ιδιοκτημοσύνη

ιδιοκτημοσύνη
ἰδιοκτημοσύνη, ἡ (Μ) [ιδιοκτήμων]
(για μοναχούς) το να έχει κάποιος δικά του κτήματα («ὅπου ἰδιοκτημοσύνη καί οὐ κοινότης, ἄπεστιν ἐκεῑθεν ὁ Χριστός», Στουδ. Θεοδ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”